You are currently viewing Η Αδελφική Απώλεια είναι μια Ορφάνια?.
Η Αδελφική Απώλεια είναι μια Ορφάνια?.

Αδελφική Απώλεια ως Ορφάνια: Ψυχικός Αντίκτυπος, Τραύμα Απώλειας Αδελφού & Επίδραση στις Ενήλικες Σχέσεις

Κυριακή Μερτζάνη
Σχεσιακή Αλληλεπιδραστική Ψυχοθεραπεία – Σύμβουλος Ανθρωπίνων Σχέσεων
Διευθύντρια Ψυχοθεραπευτικού & Εκπαιδευτικού Κέντρου Κοχλίας


Τελευταίες έρευνες αναφέρουν ότι η αδελφική απώλεια “ορφάνια” αδελφού στην εφηβεία επηρεάζουν βαθιά τον δεσμό, το πένθος και τις ενήλικες σχέσεις. μέσα απο την Αλληλεπιδραστική Σχεσιακή  συμβουλευτική ψυχαναλυτική ανάλυση και το  κλινικό παράδειγμα, θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε με άλλη ματιά την ορφάνια.  Αν και ως  όρος η ορφάνια  αναφέρεται στερεοτυπικά στην απώλια (πένθος)των γονέων, αν μπορούμε να μετακινηθούμε πέρα απο αυτα τα στερεότυπα και δεν ψαξουμε στις γνωστές βιβλιογραφίες θα ανακαλύψουμε οτι ο όρος  δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε απώλεια γονέα,  χρησιμοποιείται για κάθε θεμελιώδη απώλεια πρωτογενούς προσώπου που διαμορφώνει τον ψυχισμό του ατόμου.
Στις οικογενειακές μελέτες και στην πενθολογία, ο όρος έχει γίνει δεκτός για να αποδώσει την υπαρξιακή αποστέρηση μετά τον θάνατο αδελφού, προθέντοντας ένα νέο πεδίο μελέτης οσο αφορά το πένθος απώλειας αδελφού, το σύνδρομο επιζώντος αδελφού και την εσωτερική ορφάνια μετά την απώλεια αδελφού, αποδίδοντας  το βάθος και τη μοναδικότητα της απώλειας,  αλλά και την υπαρξιακή ρωγμή στον οικογενειακό δεσμό.

Περίληψη 

Σε αυτό το άρθρο επέλεξα να αγγίξω απαλά ένα πολύ ευαίσθητο θέμα που αφορά την απώλεια του αδελφού. Μέσα από τα μάτια της Α  αναδύθηκε ένας προβληματισμός μου ιδιαίτερα οταν η Α με ρώτησε με βουρκωμένα μάτια “γιατί δεν αναφέρουν το πόσο ορφανή μπορεί να νοιώθει μια αδελφή όταν χάνει τον αδελφό της”?  Διαβάζοντας το άρθρο ο αναγνώστης ισως βρεθεί σε στιγμές απορίας, ίσως και να περιγελάση τον όρο της αδελφικής ορφάνιας, μιας και δεν βρίσκεται  στα γνωστά βιβλία του Μπαμπινιώτη, ισως και να νοιώσει ότι ένοιωσα και γω, “αμηχανία καθως δεν μπορούσα να δώσω μια λογική ερμηνεία που να συνδέεται με την γραμματική πεπατημένη”, μέσα στις συμβουλευτικές στιγμές όταν η Α έφερνε το τραυμα αυτής της ορφάνιας.   Η αδελφική ορφάνια μέσα απο τις συμβουλευτικές συνεδρίες μας αποτελεί μια μορφή τραύματος που συχνά δεν αναγνωρίζεται, παρότι η απώλεια αδελφού στην παιδική ή εφηβική ηλικία συνδέεται με σημαντικές μακροπρόθεσμες συνέπειες στη συναισθηματική ανάπτυξη και τις ενήλικες σχέσεις. Έτσι αυτό το άρθρο είναι αφειερωμένο σε ότι δεν έχει υποθεί πέρα απο τα στερεότυπα και εξετάζει τις ψυχοδυναμικές, αλληλεπιδραστικές, σχεσιακές και διαγενεακές επιπτώσεις του παιδικού και εφηβικού πένθους, ενσωματώνοντας την σύγχρονη βιβλιογραφία για τον δεσμό, την ψυχική συνοχή και το τραύμα. Σε αυτό το άρθρο παρουσιάζω το κλινικό παράδειγμα την ενηλίκης Α, που έχασε αδελφό στην εφηβεία, φωτίζοντας πώς η απώλεια επηρεάζει τις σημερινές ερωτικές σχέσεις και τη δυνατότητα συναισθηματικής δέσμευσης.

Λέξεις κλειδιά: Αδελφική απώλεια, παιδικό/εφηβικό πένθος, τραύμα & σχέσεις ενηλίκων, σχεσιακή ψυχοθεραπεία, απώλεια αδελφού, long-term συναισθηματικές επιπτώσεις


Εισαγωγή 

Γιατί η αδελφική απώλεια “ορφάνια” παραμένει “αόρατο” τραύμα;

Σε αντίθεση με την απώλεια γονέα, η απώλεια αδελφού τείνει να επισκιάζεται από το πένθος των ενηλίκων. Το παιδί συχνά «παγώνει» το δικό του πένθος, υιοθετώντας έναν ψυχικό μηχανισμό επιβίωσης για να προστατεύσει τον γονέα που καταρρέει. Η αδελφική ορφάνια αποτελεί διακοπή της εσωτερικής συνέχειας, αλλά και της αίσθησης ταυτότητας· καθώς ο αδελφός είναι συχνά το πρώτο “άλλο” πρόσωπο μέσα από το οποίο χτίζεται ο εαυτός. Η απώλεια ενός αδελφού ή μιας αδελφής αποτελεί ίσως την πιο υποτιμημένη μορφή πένθους στην ψυχολογική βιβλιογραφία. Δεν είναι απλώς απώλεια ενός μέλους της οικογένειας· είναι το ρήγμα ενός μοιρασμένου κόσμου. Ο αδελφός είναι ο πρώτος «συνοδοιπόρος» της παιδικής ηλικίας, ο μάρτυρας των ίδιων γονιών, των ίδιων συγκρούσεων, των ίδιων φόβων και χαρών. Είναι ο άλλος που κουβαλά την ίδια ιστορία,  και ταυτόχρονα ο άλλος που καθρεφτίζει το ποιος είμαι.

Όταν αυτός ο άλλος χάνεται, το παιδί δεν χάνει απλώς έναν άνθρωπο. Χάνει μια εκδοχή του εαυτού του. Αυτό το τραύμα, η αδελφική ορφάνια, συχνά δεν αναγνωρίζεται ούτε κοινωνικά ούτε οικογενειακά. Το παιδί μπαίνει σε μια ιδιότυπη σκιά, το πένθος του θεωρείται «δευτερεύον», ενώ η προσοχή στρέφεται αποκλειστικά στον γονέα που θρηνεί.

Έτσι, η αδελφική απώλεια γίνεται σιωπηλό πένθος, ένα πένθος χωρίς γλώσσα, χωρίς τελετουργίες, χωρίς αναγνώριση.

Η Απώλεια Αδελφού ως Ρήγμα στον Δεσμό & στην Ψυχική Συνοχή

Η αδελφική απώλεια αδελφού όταν ο δεσμός είναι ισχυρός βιώνεται ως “ορφάνια” και το εφηβικό πένθος, μπορεί να διαρκεί για όλη την ζωή αν δεν αναγνωριστεί, επεξεργαστεί, μετασχηματιστεί.

Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι το τραύμα απώλειας αδελφού επηρεάζει:

  • την ανάπτυξη ασφαλούς δεσμού (Bowlby, 1980),

  • την ικανότητα ρύθμισης συναισθημάτων (Schore, 2012),

  • την αίσθηση ταυτότητας (Kohut, 1971),

  • την νοηματοδότηση του πένθους (Ogden, 1992),

  • τη δυνατότητα βίωσης σχέσης χωρίς φόβο εγκατάλειψης.

Η απώλεια του αδελφού αποτελεί συχνά την πρώτη βαθιά εμπειρία αποσύνδεσης, η οποία χαράζει το μοτίβο των μελλοντικών σχέσεων.

 Το να έχει κανείς αδελφό  μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για τη διαμόρφωση της ταυτότητας κάποιου. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από μια ποιοτική μελέτη που διερευνά τις εμπειρίες πένθους για αδελφούς κατά τη διάρκεια της ζωής, νέα έρευνα διερευνά πώς ο θάνατος και η επακόλουθη απώλεια ενός αδελφού ή αδελφής επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τα επιζώντα αδέλφια (συνεχίζουν να) κατασκευάζουν την αίσθηση του εαυτού τους.  Siblings and the Bereaved Self: Identity (Re)Construction in Young Adult Survivors of Sibling Death, Towers, 2025
  • Ενοχές επιβίωσης: «Εγώ ζω – αυτός όχι.»

  • Αναστολή χαράς/επιτυχίας.

  • Συγχώρεση της αυθόρμητης εφηβικής ανάπτυξης (παγώνουν).

  • Φαντασιώσεις ευθύνης: «Αν είχα κάνει κάτι…»

  • Αναζήτηση έντασης, ταχύτητας, ρίσκου (ως τρόπος επαναβίωσης της απώλειας).

Πάγωμα του Πένθους & Διαγενεακή Σιωπή

Όταν ο γονέας βυθίζεται στην κατάθλιψη, όπως συμβαίνει συχνά μετά από απώλεια παιδιού, το  άλλο παιδί αναλαμβάνει ρόλο σιωπηλού φροντιστή. Η σιωπή γίνεται ο τρόπος συμμετοχής στο οικογενειακό πένθος.

Αυτό οδηγεί σε:

  • ψυχικό πάγωμα των συναισθημάτων

  • αποκοπή από το σώμα

  • ανάγκη αυτορρύθμισης (π.χ. ουσίες, αυτοπροστατευτικές συμπεριφορές)

  • φόβο οικειότητας

  • εσωτερικευμένη ντροπή για τις ανάγκες και τις επιθυμίες

Όπως γράφει η Harris (1996), η σιωπή του πένθους γίνεται «μη-σκεπτόμενη σκέψη» που ζει μέσα στον ψυχισμό και ενεργοποιείται στις σημαντικές σχέσεις, ενήλικες που έχασαν αδέλφια στην παιδική ηλικία,έχουν σε μεγάλο ποσοστό την αθέατη  συναισθηματική εγκατάλειψη μετά από πένθος

 

Πένθος στην Εφηβεία & Αναστολή της Ψυχικής Ανάπτυξης

Η εφηβεία είναι περίοδος κρίσιμης διαμόρφωσης της συναισθηματικής  ταυτότητας. Όταν συμβεί αδελφική απώλεια συμβαίνει:

  • η αναπτυξιακή καμπύλη «παγώνει»,

  • οι ενήλικες αποσύρονται,

  • το παιδί χάνει το άτομο που λειτουργούσε ως “συν-ερευνητής της πραγματικότητας” (Winnicott, 1971).

Σύμφωνα με Fonagy (2002), η απώλεια σε αυτό το στάδιο εμποδίζει τη νοηματοποίηση των συναισθημάτων, δημιουργώντας κενά στην αίσθηση εαυτού.

Πώς η αδελφική ορφάνια επηρεάζει τις ενήλικες σχέσεις

Οι ενήλικες που έχουν βιώσει απώλεια αδελφού στην εφηβεία συχνά αναφέρουν:

  • φόβο συναισθηματικής δέσμευσης

  • επιλογή μη διαθέσιμων συντρόφων

  • αποφυγή οικειότητας

  • υπερευαισθησία σε ενδείξεις εγκατάλειψης

  • επαναληπτικότητα σχέσεων που οδηγούν σε απώλεια

  • εσωτερικευμένη πεποίθηση ότι «αν αγαπήσω, θα ξαναχάσω»

Πρόκειται για ένα μοτίβο που συνδέεται με τον αποφευκτικό δεσμό και με την αναβίωση της πρωταρχικής απώλειας.

Κλινικό Παράδειγμα:

Η Ιστορία της Α.   Το Πένθος που Πάγωσε στα 14

Η Α, “που αναφέρω παραπάνω σε αυτο το άρθρο”, είναι  σήμερα τριάντα ετών, προσήλθε στη θεραπεία με αίτημα τη δυσκολία της να διατηρήσει δεσμευμένες, σταθερές σχέσεις. Περιέγραφε ότι «κάτι μέσα της πάντα αποσύρεται», ότι ο ενθουσιασμός της «καταρρέει χωρίς λόγο» και ότι οι σχέσεις της διακόπτονται πριν προλάβουν να εδραιωθούν. Το αίτημά της φαινόταν αρχικά να αφορά τον έρωτα· σύντομα όμως έγινε σαφές ότι ο πυρήνας του βρίσκεται πολύ βαθύτερα.

Στα δεκατέσσερα έχασε τον μεγαλύτερο αδελφό της σε ένα ξαφνικό ατύχημα. Η μητέρα της βυθίστηκε αμέσως σε μια παρατεταμένη καταθλιπτική κατάσταση, που κράτησε σχεδόν δέκα χρόνια. Η Α. περιέγραψε ότι «έχασε και τους δύο την ίδια μέρα». Στο θεραπευτικό υλικό επανερχόταν συχνά η εικόνα της μητέρας στο σκοτεινό δωμάτιο, με την ίδια στην πόρτα, παγωμένη ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Στην αφήγησή της, η Α. θυμάται πως κανείς δεν της ζήτησε να μιλήσει για το πένθος της. Αντιθέτως, η οικογενειακή ατμόσφαιρα επιβράβευε τη σιωπή, τη λειτουργικότητα, την «κανονικότητα». Η ίδια περιέγραφε πως έμαθε να κλαίει κρυφά στο μπάνιο, και πάντοτε χωρίς ήχο.  Με ψυχαναλυτικούς όρους, το πένθος της Α. πήρε τη μορφή αυτού που ο Winnicott ονομάζει ψευδή εαυτό, μια προσαρμοσμένη εκδοχή της που προστατεύει τον γονιό αλλά αποκόπτει τον αυθεντικό πυρήνα της εμπειρίας της απώλιας και του πένιους. Η απώλεια του αδελφού δεν αναδύθηκε ποτέ σε λέξεις. Παγιδεύτηκε σε ένα εσωτερικό, αδιαμόρφωτο πεδίο που η Α. έμαθε να αποφεύγει.

Η Έφηβη σε Αναστολή:  Η Στροφή στις Ουσίες

Όταν μιλήσαμε για την εφηβεία της, η Α. χρησιμοποίησε τη λέξη «διακοπή». Όπως είπε: «Ήταν σαν να πάτησε κάποιος pause μέσα μου». Από τα 15 έως τα 25, ανέπτυξε χρήση ουσιών που η ίδια περιέγραψε ως «έναν τρόπο να μη νιώθω». Η ουσία λειτουργούσε ως χημική ρύθμιση, υποκαθιστώντας ένα holding που δεν μπορούσε να λάβει από τον ενήλικο κόσμο. Η ουσία έγινε το πρώτο «σταθερό αντικείμενο» μετά την απώλεια. Ένα αντικείμενο που δεν κατέρρεε, δεν εξαφανιζόταν, δεν είχε απαιτήσεις. Μια πρώιμη, νοηματοδοτημένη μορφή αδελφικής αντικατάστασης:
«Ήταν το μόνο που δεν έφευγε», είπε κάποια στιγμή στη συνεδρία.

Η Ενήλικη Γυναίκα που Φοβάται να Μείνει:

Ως ενήλικη, η Α. αναφέρει ότι «δεν μπορεί να μείνει» σε μια σχέση. Οι άντρες που επιλέγει είναι συχνά συναισθηματικά απόμακροι, μη διαθέσιμοι ή απρόβλεπτοι. Το μοτίβο αυτό δεν είναι σύμπτωση· αποτελεί, όπως θα έλεγε ο Bowlby, μια αναπαράσταση εσωτερικού μοντέλου δεσμού: η αγάπη είναι κάτι που μπορεί να χαθεί ξαφνικά. Κάθε φορά που κάποιος πλησιάζει συναισθηματικά, ενεργοποιείται το παλιό τραύμα, μια υπενθύμιση ότι η οικειότητα μπορεί να συνδεθεί με καταστροφή.

Στις συνεδρίες, σε στιγμές έντονης εγγύτητας, η Α. συχνά «έχανε τη φωνή της». Έμενε σιωπηλή, όπως όταν στεκόταν στην πόρτα του δωματίου της μητέρας της. Εκεί, στην παύση, εμφανιζόταν η αδελφική απουσία με τον πιο καθαρό τρόπο.

Το Αδελφικό Τραύμα στην Αναλυτική Δύναμη του Μεταβιβαστικού Χώρου

Όταν αρχίσαμε να εξερευνούμε την αδελφική απώλεια ή “ορφάνια” όπως συχνά ανέφερε η ίδια,  η Α. είπε: «Δεν έχω μιλήσει ποτέ γι’ αυτό. Δεν ήξερα ότι επιτρέπεται». Η συμβουλευτική θεραπευτική σχέση λειτούργησε ως αυτό που ο Ogden ονομάζει αναλυτικό τρίτο,  ένας ενδιάμεσος ψυχικός χώρος όπου η Α. μπορούσε να βιώσει για πρώτη φορά κάτι από την απώλεια χωρίς να διαλυθεί. Στις στιγμές όπου ένιωθε ότι  «μένω παρούσα», εμφανίζονταν μικρές ρωγμές στο συμπαγές παλιό σενάριο της εγκατάλειψης.

Σε μια συνεδρία είπε: «Σαν να μπαίνεις σε έναν χώρο όπου ήταν πάντα σκοτεινά. Τώρα έχει λίγο φως.»

Η μεταβίβαση περιείχε στοιχεία αδελφικού δεσμού,ως μια προσδοκία συντροφικότητας, αλλά και φόβο ότι η επαφή θα χαθεί ξαφνικά. Η αντοχή μου σε αυτόν τον φόβο λειτούργησε ως  μια επανορθωτική εμπειρία, ωστε να φωτιστεί η επανεμφάνιση του πένθους και η νέα σχέση με τον εαυτό Καθώς η συμβουλευτική  προχωρούσε, η Α. βρήκε χώρο να πενθήσει τον αδελφό της όχι ως παιδί, αλλά ως ενήλικη. Οι λέξεις που δεν βρήκαν ποτέ τόπο, βρήκαν θέση στη συμβουλευτική συνάντηση. Ο πόνος έγινε συμβολικός και όχι σωματοποιημένος.

Σε μια συνεδρία είπε: «Δεν είναι ότι φοβάμαι τους άντρες. Φοβάμαι ότι, αν τους αγαπήσω, θα τους χάσω. Όπως  έχασα τον αδελφό μου.» Ο Bowlby περιγράφει την αποφυγή ως αμυντικό στυλ απέναντι στην πιθανότητα απώλειας. «Αν δεν δεθώ, δεν θα χάσω.»

Αυτή η φράση αποτέλεσε το σημείο καμπής, το τραύμα έγινε αναγνωρίσιμο, άρα και επεξεργάσιμο.

Τι αλλάζει όταν ο πόνος αποκτά γλώσσα? 

Αδελφική απώλεια ως Ορφάνια και Ενήλικες Δεσμοί, το Τραύμα που Μεταγράφεται στη Σχέση.

Η Α. σήμερα αρχίζει να δημιουργεί διαφορετικές σχέσεις. Δεν έχει «θεραπευτεί» με την έννοια της εξαφάνισης του τραύματος· έχει, όμως, αποκτήσει αυτό που η σχεσιακή σχολή ονομάζει ρυθμισμένη παρουσία. Έχει χώρο για τον αδελφό μέσα της, χώρο ζωντανό, όχι παγωμένο. Και, μέσα από αυτόν τον χώρο, αρχίζει να μαθαίνει ότι η εγγύτητα δεν είναι πάντα προάγγελος απώλειας.

Η περίπτωση της Α. δείχνει πώς η αδελφική ορφάνια μπορεί να εγγραφεί στον ψυχισμό ως πρωτογενής διακοπή του δεσμού, η οποία στη συνέχεια διαπερνά τον τρόπο που το άτομο συνδέεται με τον έρωτα, το σώμα, τον άλλον. Το τραύμα δεν είναι μόνο το γεγονός, είναι η απουσία του άλλου που μπορούσε να το αντέξει μαζί της. Αυτό που θεραπεύει δεν είναι η αναβίωση του πόνου, αλλά η κοινή κατοίκηση του πόνου μέσα σε μια σταθερή σχέση, μια σχέση όπου, για πρώτη φορά, κάποιος μένει.

Η αδελφική “ορφάνια” δεν είναι απλώς ένα τραύμα. Είναι μια αλλαγή στην αρχιτεκτονική του ψυχισμού. Όταν παραμένει αθεράπευτη,
μπορεί να εμφανίζεται:

  • στη χρήση ουσιών,

  • στις σχέσεις,

  • στην αυτοεικόνα,

  • στην αυτοτιμωρία,

  • στην επιλογή συντρόφων που «δε μένουν».

Όταν όμως αναγνωριστεί,  μέσα στην θεραπεία, στη σχέση, στο λόγο, τότε γίνεται το υπόβαθρο για κάτι νέο, για μια ξαναγραφτεί η ζωή αλλιώς  Για πρώτη φορά, ο /η ενήλικας /η  μπορεί να πει: «Η απώλεια είναι κομμάτι μου, αλλά δεν ορίζει πια το πώς αγαπώ.»

Το παράδειγμα της Α. αναδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στο τραυματικό γεγονός και στο τραύμα που εγγράφεται μέσα στη σχέση. Όταν το παιδί δεν έχει έναν ενήλικο σταθερό, συναισθηματικά διαθέσιμο, ικανό να αντέξει τον πόνο, τότε το τραύμα δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί. Η απώλεια μετατρέπεται σε ένα εσωτερικό «πεδίο  δεσμού» που επανεμφανίζεται σε κάθε σημαντική σχέση.

Ο Ogden (1994) μιλά για το «αναλυτικό τρίτο», έναν χώρο όπου ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος συν-δημιουργούν νέα βιώματα.

Στην αδελφική ορφάνια, αυτό το «τρίτο» γίνεται ο τόπος όπου:

  • το παιδί μπορεί επιτέλους να θρηνήσει,

  • να εκφράσει θυμό που δεν επιτράπηκε,

  • να αναγνωρίσει γιατί επιλέγει συντρόφους μη διαθέσιμους,

  • να ονομάσει την ενοχή επιβίωσης,

  • να συνδέσει το σώμα με το συναίσθημα,

  • να δημιουργήσει νέα αφήγηση για την αγάπη.

Η δυνατότητα επανόρθωσης:  Η αδελφική απώλια   είναι ένα από τα πιο παραγνωρισμένα αλλά βαθιά τραυματικά γεγονότα.  Επηρεάζει τον δεσμό, την ταυτότητα, το σώμα, τη ρύθμιση συναισθημάτων και τις ενήλικες σχέσεις. Η θεραπευτική διαδικασία επιτρέπει στο άτομο: ( Young Adult Narratives of Sibling Loss and Bereavement during Adolescence, Collins-Colosi, 2017).

  • να αναγνωρίσει το παιδικό πένθος,

  • να μετατρέψει τη σιωπή σε αφήγηση,

  • να χτίσει νέες μορφές δεσμού,

  • να βιώσει την οικειότητα χωρίς φόβο επανάληψης της απώλειας.

Όπως συχνά αναδύεται στη θεραπεία:  Όταν κάποιος μένει, να ακούσει, να νοιώσει, το παλιό τραύμα μπορεί επιτέλους να μετασχηματιστεί σε νόημα ζωής ξαναγράφοντας την ζωή αλλιώς.

Βιβλιογραφία 

Bowlby, J. (1980). Attachment and loss: Vol. 3. Loss, sadness and depression. Basic Books.
Fonagy, P., Gergely, G., Jurist, E., & Target, M. (2002). Affect regulation, mentalization, and the development of the self. Other Press.
Harris, A. (1996). The concept of the unthought known. In A. Harris, The relational mind. Analytic Press.
Kohut, H. (1971). The analysis of the self. International Universities Press.
Ogden, T. H. (1992). The primitive edge of experience. Jason Aronson.
Ogden, T. H. (1994). Subjects of analysis. Jason Aronson.
Schore, A. N. (2012). The science of the art of psychotherapy. Norton.
Winnicott, D. W. (1960). Ego distortion in terms of true and false self. In The maturational  processes and the facilitating environment (pp. 140–152). Hogarth Press.
Winnicott, D. W. (1971). Playing and reality. Tavistock.

Αφήστε μια απάντηση