You are currently viewing Οι πολλαπλές όψεις ενός εγκλήματος
Οι πολλαπλές όψεις ενός εγκλήματος

Σαφώς, δεν υπάρχει λέξη που να μπορεί να περιγράψει επαρκώς την τραγωδία  μιας παιδοκτονίας. Είναι κάτι που διαπερνά τη λογική και την ηθική μας αντίληψη. Και όμως, αν μείνουμε μόνο στον αποτροπιασμό της πράξης, θα χάσουμε την ουσία. Γιατί πίσω από κάθε πράξη παιδοκτονίας, κρύβεται πάντα μια εσωτερική  ιστορία επαναλαμβανόμενης κακοποίησης και μιας εξωτερικής κοινωνικής σιωπής.

Η προσωπικότητα της/του  παιδοκτόνου  δεν είναι μονοδιάστατη, δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε με έναν όρο ή μία διάγνωση. Πρόκειται για μια πολύπλοκη  ψυχική  κατάσταση που περιλαμβάνει καθήλωση σε συσωρευτικό  τραύμα, όπως παραμέληση, εγκατάλειψη, απομόνωση ή και παθολογική συνύπαρξη με τους φροντιστές.  Συνήθως το παρατηρούμε σε ευάλωτες ομάδες  με χαμηλά ποσοστα προσβασιμότητας στην πρόληψη κάθε φροντίδας για την ψυχική υγεία.

Η κατά συρροή παιδοκτονία δεν είναι απλώς ένα έγκλημα, είναι  πολυπαραγοντικό τραυμα που συνδέει και την κοινωνία, έστω και αν δεν το αντέχουμε να το αναγνωρίζουμε στην διάσταση που μας καλεί να το επεξεργαστούμε.

Είναι το αποκορύφωμα μιας αδιόρατης αλλά χρόνιας εσωτερικής διάρρηξης του δεσμού μητέρας–παιδιού, η οποία συχνά ξεκινά πολύ πριν από τη γέννηση των παιδιών, είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης της μητρικής σχέσης, της ψυχικής οργάνωσης του ατόμου, του περιβάλλοντος, και συχνά, ενός κόσμου που στο παρελθόν είχε  ακραίες κακοποιητικές συνθήκες. Η δολοφονία είναι δομημένη πράξη. Επαναλαμβανόμενη και Συμβολική. Καθρεφτίζει μια εσωτερική επανάληψη του ίδιου άλυτου τραύματος, όπου το μόνο “θεραπευτικό” εργαλείο είναι η καταστροφή του Άλλου. Γι’ αυτό και συχνά δομεί μια περσόνα υπερδύναμης: «Εγώ αποφασίζω ποιος ζει, ποιος πεθαίνει». Ο Άλλος (το θύμα) δεν βιώνεται ως πρόσωπο, αλλά ως αντικείμενο για χρήση, καταστροφή ή εξουσία. Αυτή είναι μια όψη απο τις πολλές του νομίσματος.

Ένα μωρό δεν γεννιέται  δολοφόνος.  Διαμορφώνεται μέσα από την απουσία σχέσης,  την παραμέληση,  τους διαστρεβλωμένους  γονικούς ρόλους,  αλλά και από τη σιωπή των άλλων.

Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τέτοια ακραία φαινόμενα συνηθίζουμε να μένουμε  στο άτομο και την πράξη αλλά η παιδοκτονία δεν είναι απλώς έγκλημα. Είναι σύμπτωμα μιας κοινωνίας που αποτυγχάνει να προστατέψει τον μητρικό δεσμό πριν αυτός καταρρεύσει. Και οφείλουμε να τη δούμε έτσι, όχι για να δικαιολογήσουμε, αλλά για να  αποτρέψουμε τα μορφώματα που δημιουργούνται από την απουσία. Το βλέμμα του Άλλου – του πρώτου φροντιστή – είναι αυτό που διαμορφώνει το Εγώ, τη σχέση, τον δεσμό. Όταν αυτό το βλέμμα λείπει ή είναι παγωμένο, το βρέφος μένει χωρίς καθρέφτισμα. Και το τραύμα αυτό μετατρέπεται, στην ενήλικη ζωή, σε παγωμένη οργή, διαστροφή σχέσης, ή ακόμη και πράξη αφανισμού.

Υπάρχουν δυστυχώς και γονείς που δεν γνωρίζουν πως να είναι  γονεϊκοί.

Αυτοί  οι τύποι Γονεϊκότητας  δεν μπορούν  να αποκατασταθούν με μία απλή παρέμβαση σε ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Στην καρδιά του ρόλου  υπάρχει ένας βαθιά ριζωμένος κατακερματισμός του μητρικού δεσμού και μία διαταραγμένη συναισθηματική οργάνωση που χαρακτηρίζεται από σταθερά μοτίβα επιθετικότητας, φθόνου και απουσίας τύψεων. Σύμφωνα με τον Otto Kernberg, τέτοιες προσωπικότητες εντάσσονται στις πιο σοβαρές μορφές παθολογίας. Το μίσος και ο φθόνος δεν είναι παροδικά συναισθήματα αλλά παγιωμένες δομές σχέσης, που ορίζονται από διπολικότητα αντικειμένων (καλό/κακό) και ανικανότητα σύνθεσης αντιφατικών βιωμάτων. Οι επιθετικές πράξεις, ιδιαίτερα όταν απευθύνονται προς το ίδιο τους το παιδί, δεν γίνονται από θυμό, αλλά από καταστροφική εκφόρτιση ενός εσωτερικού χάους. Η πράξη δεν έχει στόχο το παιδί καθαυτό, αλλά κάθε τι καλό και ζωντανό που ο θύτης δεν μπορεί να βιώσει εντός του.    Τα δύο καταστροφικά  “το μίσος και ο φθόνος”  αποτελούν παγιωμένες και σταθερές καταστάσεις και  συνιστούν επίθεση  στην ίδια την ζωή, αλλά παράλληλα μέσω αυτών των πράξεων είναι και η ανάγκη ελέγχου του τρόπου που τους βλέπει η κοινωνία, αναζητούν την καθήλωση του κοινωνικού βλέμματος γιατί έτσι αναπαράγουν την καθήλωση του τραύματος τους,

Οι κατά συρροή παιδοκτόνοι διαφέρουν ριζικά από τις μητέρες που φτάνουν σε πράξεις λόγω ψυχικής κατάρρευσης:

  • Η ενσυναίσθηση απουσιάζει δομικά, όχι στιγμιαία.
  • Η πράξη δεν είναι έκρηξη. Είναι τελετουργία ελέγχου.
  • Το παιδί δεν έχει ταυτότητα. Είναι σύμβολο.

    Αυτά τα μοτίβα μας προσκαλούν να δράσουμε για πιο στοχευμένη  πρόληψη που  δεν ξεκινά από τη δικαιοσύνη, που δεν μας προλαβαίνουν τα γεγονότα, αλλά ξεκινά από τη συστημική φροντίδα σχέσεων, από την αναγνώριση των ψυχικών ρωγμών πολύ πριν οδηγηθούν σε ανεπανόρθωτη καταστροφή. Το βλέμμα του Άλλου, όταν απουσιάζει, δεν αργεί να γίνει φονικό όπλο. Για αυτό παρατηρούμε ότι η σκηνοθεσία για  τη θλίψη, τη συντριβή, τη μητρότητα και η  κατασκευή του ρόλου της αθώας και πονεμένης μητέρας δεν είναι αδυναμία αντίληψης είναι οργανωμένη συνθήκη.  Είναι στρατηγική επικοινωνιακής επιβίωσης, η ανάγκη ελέγχου του τρόπου που τους βλέπει η κοινωνία, γιατί βαθιά μέσα τους, η σχέση με τον Άλλον έχει αντικατασταθεί από την εικόνα. Τα ερωτήματα που ίσως θα μπορούσαν  να λειτουργήσουν ώστε να κατανοήσουμε περισσότερο αυτά τα μοτίβα, όχι για να δικαιολογήσουμε τις πράξεις, άλλα, για να ενεργοποιήσουμε περισσότερο την κοινωνική πρόληψη είναι:

    Πώς συγκροτήθηκε (ή δεν συγκροτήθηκε) η σχέση με τον εαυτό της και με την έννοια της μητρότητας.  

    Γιατί αυτή η πράξη μάς συνταράσσει περισσότερο;

    Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε  τη Σαγήνη της  βαρβαρότητας ενός εγκλήματος παιδοκτονίας ότι μετριέται  μέσα από την αντίδραση του κοινού. Το μίσος του κοινού για την τιμωρία προέρχεται μερικώς από την ταύτιση του με το θύμα (εν προκειμένω με ένα αδύναμο, αβοήθητο και κυρίως αθώο παιδάκι), αλλά και μέσα από την ταύτιση με την σαδιστική φύση της παιδοκτονίας  έτσι επιθυμεί το κοινό να υποφέρει η θύτης όσο υπέφερε το αθώο θύμα. Κατά βάθος ο θύτης μας έχει προσκαλέσει να έχουμε την προσοχή  μας πάνω του κατι που στην ζωή του είχε αφαιρεθεί. Και αυτό δεν θα το σταματήσει,  θα προκαλεί να διατηρηθεί ξανά και ξανά μέσα από την σαγήνη του ανεκπλήρωτου.

         Αλλά είναι μόνο αυτό? 

Γιατί μας διεγείρει το μένος, την οργή για δικαιοσύνη?

Ζούμε σε μια εποχή όπου γενοκτονίες, βόμβες, σφαγές και αποτρόπαιοι θάνατοι παιδιών συντελούνται μπροστά στα μάτια μας – από               τη  Γάζα μέχρι την Ουκρανία. Κι όμως, η πράξη της παιδοκτονίας  μοιάζει να προκαλεί μια πιο βαθιά, σωματό-συναισθηματική φρίκη.

Γιατί;

Ίσως επειδή το κακό δεν προέρχεται απ’ έξω, αλλά από τον πιο υποτιθέμενα ασφαλή δεσμό: τη μητέρα.
Ίσως επειδή μας διαλύει την εσωτερική φαντασίωση ότι κάπου υπάρχει φροντίδα ανεξαρτήτως συνθηκών.
Ίσως επειδή εδώ ο Άλλος δεν είναι εχθρός, αλλά αυτός που “έπρεπε να με αγαπάει”.

Ό,τι κι αν συμβαίνει στον κόσμο, η πράξη της μητέρας που αφανίζει το παιδί της.  Έχει μόνο σιωπή, παγωμένο βλέμμα, κακοποιημένο σώμα- σχέση – ή την παντελή έλλειψή της ταυτότητας αγάπης.

Και αυτή η έλλειψη μας φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με το πιο τραυματικό ερώτημα:

                Μπορεί μια σχέση που δεν συγκροτήθηκε ποτέ, να γεννήσει μόνο θάνατο;

Η ευθύνη μας ως κοινωνία δεν είναι μόνο να αποδοκιμάζουμε τη φρίκη της πράξης. Είναι να αναρωτηθούμε πού ήμασταν πριν γίνει η πράξη, πριν κατακερματιστεί ο πιο σημαντικός δεσμός.   Η πρόληψη δεν είναι πολυτέλεια. Είναι κοινωνικό καθήκον.

Κυριακή Μερτζάνη

Σχεσιακή Ψυχοθεραπεία

Σύμβουλος Ανθρωπίνων Σχέσεων


Βιβλιογραφία

Kernberg, O. (1992). Aggression in Personality Disorders and Perversions. Yale University Press.

Kernberg, O. (1975). Borderline Conditions and Pathological Narcissism. Jason Aronson.

 

 


 

Αφήστε μια απάντηση